Η νηστεία στη ζωή της Εκκλησίας
Γράφει ο
Πλούταρχος Πάστρας
ploutarxos19@gmail.com
Η Νηστεία, ένας θεσμός με μια τόσο σημαντική θέση στη θρησκευτική ζωή του αρχαίου Ισραήλ, όπως επίσης και στη ζωή και στη διδασκαλία του Θεανθρώπου Κυρίου, ήταν φυσικό να καταλάβει πολύ ενωρίς ανάλογη σημασία και στη ζωή των χριστιανών. Αυτό που άντλησαν οι χριστιανοί από το ιουδαϊκό περιβάλλον, μέσα στο οποίο εμφανίστηκε και άρχισε να αναπτύσσεται η Εκκλησία, ήταν η νηστεία ως θεσμός και όχι οι νομικές διατάξεις και τα διάφορα <<ἐντάλματα ἀνθρώπων>> (Ματθ. 15,9) που προσδιόριζαν τις ιουδαϊκές νηστείες.
Αλάθητο κριτήριο των πρώτων μαθητών ήταν η διδασκαλία περί νηστείας του αρχηγού της πίστεως τους Ιησού Χριστού. Και άξονας γύρω από τον οποίο άρχισαν να διαμορφώνονται ο νηστείες της Εκκλησίας -ο σκοπός; ο χρόνος, ο τρόπος των χριστιανικών νηστειών-, ήταν οι κορυφαίοι σταθμοί της επί γης ζωής του Σωτήρος Κυρίου, το Πάθος και η ένδοξη Ανάστασή Του.
Πρώτη νηστεία που εμφανίζεται μεταξύ των χριστιανών ήταν η νηστεία προ του Πάσχα. Παράλληλα, αντί της νηστείας της Δευτέρας και της Πέμπτης που τηρούσαν οι Φαρισαίοι, ορίζεται η νηστεία δύο άλλων ημερών, της Τετάρτης και της Παρασκευής. Και η νηστεία αυτή εξαρχής συνδέθηκε με σημαντικά γεγονότα της επί γης ζωής του Κυρίου και οι χριστιανοί την τηρούσαν με μεγάλη αυστηρότητα. Νήστευαν δηλαδή ολόκληρη την ημέρα.
Η αλλαγή που παρατηρούμε στο χρόνο των χριστιανικών νηστειών συνδέεται απαρχής και με μια νέα αντίληψη για το νόημα της νηστείας. Η νηστεία πλέον απέβλεπε στην ωφέλεια της ψυχής, γινόταν μυστικά - όχι επιδεικτικά - και την χαρακτήριζε η ιλαρότητα και η χαρά και όχι το πένθος και η κατήφεια.
Από διάφορες ιστορικές μαρτυρίες που έχουμε, πληροφορούμαστε ότι η νηστεία των πρώτων χριστιανών διαρκούσε ολόκληρη την ημέρα, από το πρωί ως το βράδυ. Νηστεία επομένως εσήμαινε τελείαν ασιτία. Μετριότερη μορφή νηστείας ήταν ο στατίων. Αποτελούσε, θα λέγαμε, ημιασιτία, αφού η νηστεία σταματούσε κατά την Ενάτη ώρα, δηλαδή γύρω στις 3 μ.μ.
Σε εξαιρετικές περιστάσεις η νηστεία παρατεινόταν και καθ' όλη τη διάρκεια της νύχτας επί δύο ή τρεις ημέρες (τριήμερο). Η νηστεία τότε ονομαζόταν υπέρθεσις. Όσοι τηρούσαν μια τέτοια νηστεία απείχαν από όλα, και από το νερό. Κατ' εξοχήν τέτοια νηστεία ήταν της Μεγάλης Παρασκευής και του Μεγάλου Σαββάτου, η οποία τερματιζόταν κατά το μεσονύκτιο με την εξαγγελία της Αναστάσεως.
Με την πάροδο του χρόνου η υπέρθεσις, λόγω της αυστηρότητας της, ετηρείτο μόνο από τους ζηλωτές χριστιανούς του κόσμου και κυρίως από τους μοναχούς και ασκητές. Το ασκητικό πνεύμα, άλλωστε, πού ενέπνεαν οι μοναχοί, συνέτεινε προοδευτικά και στην αύξηση της χρονικής διάρκειας της νηστείας. Με τον πολλαπλασιασμό όμως των νηστήσιμων ημερών η νηστεία από παντελής ασιτία αρχίζει να παίρνει καινούργια μορφή˙ την αποχή από ορισμένες τροφές, ιδιαίτερα από το κρέας και τον οίνο. Η αποχή αυτή, όπως διευκρινίζεται από πολλούς Πατέρες, δεν σήμαινε περιφρόνηση κάποιων τροφών ως βδελυκτών, αλλά απέβλεπε στην άσκηση του σώματος και στη χαλιναγώγηση των σαρκικών επιθυμιών, που οι τροφές αυτές κατ' εξοχήν υποδαυλίζουν.
Με την εξέλιξη, λοιπόν, αυτή η νηστεία έφθασε να διακρίνεται α) σε ασιτία β) σε ξηροφαγία και γ) σε αποχή από ορισμένες τροφές. Κατά τον 50ό Κανόνα της τοπικής Συνόδου της Λαοδικείας (συνεκλήθη το 364) οι χριστιανοί <<δεῖ πᾶσαν τὴν Τεσσαρακοστὴν νηστεύειν ξηροφαγοῦντες>>. Ωστόσο, καθώς φαίνεται, στην πράξη η ξηροφαγία περιοριζόταν κυρίως κατά την Τέταρτη και την Παρασκευή.
Όπως και με άλλους εκκλησιαστικούς θεσμούς έτσι και με τη νηστεία, η ακμή του μοναχικού βίου και η σημαντικότατη επίδραση που ασκούσε στη ζωή των χριστιανών, συνετέλεσε όχι μόνο στην καλλιέργεια ασκητικού φρονήματος μεταξύ των πιστών του κόσμου αλλά και στη μεταφορά των διαφόρων τύπων νηστείας, που οι μοναχοί τηρούσαν στις μονές. Εν τούτοις οφείλουμε να σημειώσουμε ότι ακόμη και κατά τον ΙΒ΄ αιώνα η νηστεία τόσο ως προς τη χρονική της διάρκεια όσο και ως προς τον τρόπο τηρήσεώς της εξακολουθούσε να παραμένει ακαθόριστη. Οι διάφοροι Κανόνες Οικουμενικών ή Τοπικών Συνόδων, που αναφέρονται στο θέμα της νηστείας, μας επιτρέπουν να παρακολουθήσουμε το πνεύμα από το οποίο ενεφορείτο η Εκκλησία και τη σημασία που προοδευτικά απέκτησε η νηστεία στη συνείδησή της.
Ο 53ος Αποστολικός Κανών καταδικάζει τους ιερωμένους εκείνους, οι οποίοι δεν έτρωγαν κρέας και δεν έπιναν κρασί κατά τις εορτάσιμες ημέρες <<βδελυσσόμενοι καί οὐ δι' ἄσκησιν>>. Από τον Κανόνα αυτόν, όπως και από τον 2ο της Συνόδου της Γάγγρας (γύρω στο 350 μ.Χ.), ο οποίος αναφέρεται στο ζήτημα της κρεοφαγίας, συμπεραίνουμε ότι η Εκκλησία με τις αποφάσεις της αυτές θέλησε να καταπολεμήσει ορισμένες ασκητικές υπερβολές, που είχαν εμφανιστεί και που έφθαναν μέχρι τη διάκριση των βρωμάτων σε βδελυκτά ή μη.
Η Πενθέκτη οικουμενική Σύνοδος (691 μ.Χ.) με τον 56ο Κανόνα της περιέλαβε στην κατηγορία των αρτυμένων τροφών τα αυγά και το τυρί ως προερχόμενα από <<θυτά>> ζώα, των οποίων το κρέας δεν επιτρεπόταν να καταλύουν οι χριστιανοί κατά την περίοδο της Μεγγάλης Τεσσαρακοστής.
Η τήρηση των διαφόρων νηστειών σιγά - σιγά αποκτούσε υποχρεωτικό χαρακτήρα για όλους τους πιστούς. Ο 69ος Αποστολικός Κανών εξαιρεί εκείνους που αδυνατούν να νηστέψουν <<δι' ἀσθένειαν σωματικὴν>>. Ο άγιος Τιμόθεος επίσκοπος Αλεξανδρείας στις Κανονικές Αποκρίσεις του (ερώτ. Η΄) στους ασθενείς πρόσθεσε και τις λεχώνες.
Η νσητεία από την αρχή συνδέθηκε άρρηκτα με την προσευχή. Και σύμφωνα με τη διδασκαλία του αποστόλου Παύλου (Α΄ Κορ. 7,5) ο χρόνος που αφιερώνεται στη νηστεία και στην προσευχή προϋποθέτει και την παράλληλη εγκράτεια για τους συζύγους, την αποφυγή δηλαδή συνευρέσεως μεταξύ τους. Αυτό ακριβώς επέβαλε και την απαγόρευση να τελούνται γάμοι κατά την περίοδο της νηστείας. Ο 52ος Κανών της τοπικής Συνόδου της Λαοδικείας (συνεκλήθη γύρω στο 375) απαγορεύει συγκεκριμένα να τελούνται γάμοι κατά την Μεγάλη Τεσσαρακοστή.
Μια ξεχωριστή ρύθμιση που παρατηρούμε στους Κανόνες αφορά τις ημέρες της Κυριακής και του Σαββάτου, που περιλαμβάνονται σε μια περίοδο της νηστείας. Η Κυριακή εξαρχής θεωρήθηκε ως ημέρα χαράς. Ήταν η κατ' εξοχήν ημέρα Κυρίου που υπενθύμιζε στους χριστιανούς το γεγονός της Αναστάσεως.
Αλλά και το Σάββατο ως σήμερα καταπαύσεως τους θεού από το έργο της Δημιουργίας κατέλαβε στη χριστιανική συνείδηση ιδιαίτερη θέση εν σχέσει με τις άλλες ημέρες της εβδομάδας. Γι' αυτό και κατά τις δύο αυτές ημέρες, όταν συνέπιπταν σε περίοδο νηστείας, επιτρεπόταν αλλά επιβαλλόταν, προκειμένου να διατηρήσουν οι ημέρες αυτές τον ιδιαίτερο χαρακτήρα τους.
Ο 66ος Κανών των αγίων Αποστόλων προβλέπει καθαίρεση για τους κληρικούς και αφορισμό για τους λαϊκούς εκείνους που νηστεύουν κατά την Κυριακή ή το Σάββατο. Στο ίδιο θέμα αναφέρονται ο 55ος Κανών της Πενθέκτης οικουμενικής Συνόδου της Γάγγρας. Μοναδική εξαίρεση σε αυτή τη γενική ρύθμιση αποτελεί η ημέρα του Μεγάλου Σαββάτου, η οποία, αφιερωμένη στην ταφή του Κυρίου, απαρχής συναριθμήθηκε στις αυστηρά νηστήσιμες ημέρες.
Δεν υπάρχουν σχόλια