Επέτειος θανάτου Θεόδωρου Κολοκοτρώνη
Επέτειος θανάτου Θεόδωρου Κολοκοτρώνη
Γράφει ο
Πλούταρχος Πάστρας
ploutarxos19@gmail.com
Σαν σήμερα στις 5 Φεβρουαρίου του 1843 πέθανε ο μεγάλος μας εθνικός ήρωας Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Ο Αγωνιστής του 1821 που πήρε την Τριπολιτσά και κέρδισε πολλές μάχες και με αυτές του τις νίκες η Ελλάδα μας ελευθερώθηκε από τον ζυγό των άπιστων Τούρκων. Ας δούμε λοιπόν τον ένδοξο βίο αυτού του αγωνιστή του 21.
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης γεννήθηκε στις 3 Απριλίου το 1770. Σε ηλικία δεκαπέντε ετών εγκατέλειψε την Αλωνισταίνα, όπου έμενε τότε, προσχωρώντας στην ομοσπονδία που είχε ιδρύσει ο Ζαχαρίας. Οι πρώτες σημαντικές μάχες του με τους Τούρκους σημειώθηκε όταν βοήθησε τον Ανδρέα Ανδρούτσο (πατέρα του Οδυσσέα) να περάσει στη Στερεά Ελλάδα μαζί με 400 άνδρες του το 1792, καθώς ο τελευταίος είχε εγκαταλειφθεί από τη Μεγάλη Αικατερίνη της Ρωσίας. Η σαρανταήμερη αυτή μάχη ανέδειξε την ηγετική μορφή του Κολοκοτρώνη.
Μετά την κατάληψη της Επτανήσου από τον Ναπολέοντα (1797) η εθνικοαπελευθερωτική κίνηση εντάθηκε και έφερε τον Κολοκοτρώνη πάλι στο μέτωπο της μάχης. Έπειτα από προδοσία ντόπιων προεστών (7 Μαρτίου 1805) ο Κολοκοτρώνης πολιορκήθηκε στην Ξεροκερπινή από τους Τούρκους, αλλά τελικά ξέφυγε από τον κλοιό τους στη Ζάκυνθο, που τότε υπαγόταν στην Ιόνιο Πολιτεία. Απέρριψε την πρόταση του Ρώσου αξιωματικού Αντρέπ για βοήθεια, επειδή δεν δέχθηκε τον όρο που του έθεσε (να συμμετάσχει στον αγώνα των Άγγλων, των Ρώσων και των Τούρκων κατά της επαναστατικής Γαλλίας), γιατί τον θεωρούσε άσχετο προς το ελληνικό απελευθερωτικό αγώνα. Επέστρεψε άπρακτος στη Μάνη, όπου συνάντησε το μίσος και την έχθρα τόσο των Τούρκων όσο και των ντόπιων προεστών. Η οικογένειά του αφορίστηκε από τον οικουμενικό πατριάρχη, ενώ ο Ζαχαρίας είχε δολοφονηθεί. Το 1806 σχεδόν ολόκληρη η οικογένεια του εξοντώθηκε (σκοτώθηκαν 28 πρώτα ξαδέρφια του και ο αδελφός του, Γιάννης Ζορμπάς) ύστερα από προδοσία των καλόγερων της μονής Αιμυαλών` ο ίδιος σώθηκε, επειδή δεν βρισκόταν στο μοναστήρι. Επέστρεψε στη Ζάκυνθο, όπου γνωρίστηκε με τον Καποδίστρια και τους αρματολούς Μπότσαρη, Τζαβέλα κ.ά., που είχαν καταφύγει στα Επτάνησα για να ξεφύγουν από τους διωγμούς του Αλή πασά. Συνεργάστηκε με τους αμαρτωλούς Γιάννη Σταθά, Νίκο Τσάρα, Βλαχάβα, Τραχίλα κ.ά. στη συγκρότηση του πολεμικού στόλου των Ελλήνων από 70 πλοία, που επέδειξε σημαντική δράση κατά τα έτη 1806-8, η οποία ανακόπηκε ύστερα από επέμβαση του πατριαρχείου. Στη συνέχεια, ο Κολοκοτρώνης είχε στενή επαφή με τον Αλβανό φίλο του, Αλή Φαρμάκη, με τον οποίο κατέστρωσαν σχέδια για την απελευθέρωση της Πελοποννήσου. Η προσπάθεια όμως ματαιώθηκε όταν τα Επτάνησα βρέθηκαν υπό αγγλική κυριαρχία (1809). Μεταξύ 1810 και 1816, ο Κολοκοτρώνης υπηρέτησε στον αγγλικό στρατό, μορφώθηκε και μελέτησε την ελληνική ιστορία. Το 1816 επιστρατεύθηκε και ασχολήθηκε προσωρινά με το επάγγελμα του ζωέμπορου, αλλά το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία στη Ζάκυνθο` ύστερα από τριάντα χρόνια κλέφτικης ζωής, ο Κολοκοτρώνης συνδέθηκε για πρώτη φορά με την πανελλήνια οργάνωση του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Τρία χρόνια αργότερα έφυγε από τη Ζάκυνθο μεταμφιεσμένος σε καλόγερο και επέστρεψε στην Πελοπόννησο για να αναλάβει τον ξεσηκωμό της περιοχής.
Σύντομα ο Κολοκοτρώνης διακρίθηκε τόσο για τη γενναιότητα του όσο και για τις μεγάλες στρατιωτικές του ικανότητες. Πρώτη μεγάλη επιτυχία του υπήρξε η κατάληψη της Καλαμάτας (Μάρτιος 1821) και ακολούθησαν η κατάληψη του Βαλτετσίου (12-13 Μαρτίου 1821) και η άλωση της Τρίπολης (26 Σεπτεμβρίου 1821). Με τον βαθμό του στρατηγού έσωσε την Επανάσταση έναν χρόνο αργότερα, συντρίβοντας τη μεγάλη στρατιά του Δράμαλη στα Δερβενάκια (25-27 Ιουλίου 1822). Τότε ορίστηκε αρχιστράτηγος όλων των ενόπλων δυνάμεων της Πελοποννήσου και κατέλαβε το Ναύπλιο (30 Νοεμβρίου 1822). Πολύ σύντομα, όμως , τις τιμητικές διακρίσεις και τη δόξα ακολούθησαν και οι ταπεινώσεις και οι εξευτελισμοί, καθώς την περίοδο 1823-25 ξέσπασε ο εμφύλιος πόλεμος στις γραμμές της Επανάστασης. Η μία παράταξη απαρτιζόταν από προεστούς και πολιτικούς και η άλλη από οπλαρχηγούς` και οι διεκδικούσαν την εξουσία στις απελευθερωμένες περιοχές. Στον εμφύλιο αυτό σπαραγμό, στον οποίο δεν ήταν αμέτοχες και οι ξένες δυνάμεις, σκοτώθηκε ο γιος του Κολοκοτρώνη, Πάνος, ενώ ο ίδιος συνελήφθη και φυλακίστηκε στο μοναστήρι της Ύδρας. Τότε προτάθηκε για πρώτη φορά η καταδίκη του σε θάνατο. Το παλιό μίσος για τους Κολοκτροναίους δεν είχε σβήσει.
Ο Κολοκοτρώνης αποφυλακίστηκε το 1825, όταν του ανατέθηκε η αποστολή να ανακόψει την προέλαση του Ιμπραήμ πασά. Βασική ανησυχία του ήταν το πεσμένο ηθικό του λαού και κύριο μέλημά του να αποτρέψει το <<προσκύνημα>>, ανησυχώντας για τη στάση των προεστών. Όταν ο Ιμπραήμ κάλεσε τους κατοίκους να εγκαταλείψουν τον Αγώνα, ο Κολοκοτρώνης κήρυξε γενική επιστράτευση, διαλαλώντας την περίφημη φράση: <<Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους>>. Βέβαια, δεν κατατρόπωσε τον Ιμπραήμ και δεν ανέκτησε ούτε την Τρίπολη ούτε την Πάτρα, κατόρθωσε όμως να διατηρήσει ζωντανό τον ένοπλο Αγώνα μέχρι την ημέρα που ο σουλτάνος υποχρεώθηκε να να αναγνωρίσει την ύπαρξη του πρώτου ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.
Μετά την απελευθέρωση ο Κολοκοτρώνης στάθηκε στο πλευρό του Καποδίστρια και οργίστηκε με τη δολοφονία του καθώς και με τις μηχανορραφίες των προστάτιδων δυνάμεων. Σύντομα όμως υπήλθε και η ταπείνωση του αγωνιστή: ένα από τα πρώτα μελήματα της Αντιβασιλείας υπήρξε η η διάλυση των ενόπλων δυνάμεων της Επανάστασης, με τη συγκρότηση τακτικού στρατού, στις τάξεις του οποίου δεν συμπεριελήφθη ούτε ο Κολοκοτρώνης ούτε η πλειοψηφία των οπλαρχηγών του 1821, καταδικάζοντάς τους στην ανυποληψία. Για να λυγίσει το φρόνιμα των κλεφτών, η βαυαρική Αντιβασιλεία αποφάσισε να συλλάβει - με τη σύμφωνη γνώμη των πρεσβευτών προστάτιδων δυνάμεων, ιδίως της Αγγλίας και της Γαλλίας- όλους τους μεγάλους αρχηγούς της. Πρώτος συνελήφθη (7 Σεπτεμβρίου 1833) ο Κολοκοτρώνης, ο οποίος κατηγορήθηκε για ανατρεπτική δράση και εσχάτη προδοσία, για να ακολουθήσουν οι Πλαπούτας, Ν. Κριεζώτης, Τσάμης, Μετερλής κ.ά. Ο πρωθυπουργός Σ. Τρικούπης και οι υπουργοί Πραίδης και Ψύλλας παραιτήθηκαν αμέσως σε ένδειξη διαμαρτυρίας, η Αντιβασιλεία όμως συνέχισε απτόητη, διορίζοντας νέα κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Α. Μαυροκορδάτο, υπουργό εξωτερικών τον Ι. Κωλλέτη και υπουργό Δικαιοσύνης τον Κ. Σχίνα, εχθρούς των Κολοκοτροναίων και γενικά των οπλαρχηγών. Σε ηλικία 64 ετών, ταλαιπωρημένος και εξαντλημένος από μια γεμάτη αγώνες, κακουχίες και στερήσεις, ο Γέρος του Μοριά κλείστηκε στις φυλακές του Ιτς Καλέ (Ακροναυπλία) για πέντε μήνες μέχρι να προετοιμαστεί η δίκη, μαζί με το πρωτοπαλίκαρο του Πλαπούτα. Η δίκη ξεκίνησε στις 3 Απριλίου 1834, αφού βρέθηκαν οι απαιτούμενοι ψευδομάρτυρες. Ο Άγγλος εισαγγελέας Μέισον, ο οποίος προηγουμένος είχε αγωνιστεί να σώσει τον δολοφόνο του Καποδίστρια Γ. Μαυρομιχάλη, δήλωσε απερίφραστα ότι θεωρούσε τους κατηγορημένους ενόχους και απαίτησε τον θάνατό τους.
Η διαδικασία απέδειξε ψεύδος των κατηγοριών. Ίσως η μοναδική αλήθεια που ακούστηκε ήταν η δήλωση του Κολοκοτρώνη: <<Εγώ κρατώ σολδάτο 49 χρόνους και πολεμώ για την πατρίδα>>. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου Α. Πολυζωίδης και ο δικαστής Γ. Τερτσέτης αρνήθηκαν να υπακούσουν στις εντολές του Άγγλου εισαγγελέα και δεν υπέγραψαν την απόφαση (26 Μαΐου 1834), η οποία ανέφερε ότι <<ο Δ. Πλαπούτας και ο Θ. Κολοκοτρώνης καταδικάζονται εις θάνατο ως ένοχοι εσχάτης προδοσίας>> και όριζε ότι <<η παρούσα απόφασης θέλει εκτελεσθεί εις την εκτός του φρουρίου πλατείαν>>. Η λαϊκή αγανάκτηση κορυφώθηκε και ξέσπασαν εξεγέρσεις` η Αντιβασιλεία υπαναχώρησε και η ποινή δεν εκτελέστηκε. Ο Καποδίστριας, όπως και ο Πλαπούτας, παρέμειναν στη φυλακή μέχρι την άφιξη του Όθωνα, ο οποίος του απένειμε τιμές και αξιώματα.
Το 1834 ο Γέρος του Μοριά εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου έζησε έως το τέλος της ζωής του. Την τελευταία αυτή περίοδο ασχολήθηκε με την υπαγόρευση των Απομνημονευμάτων του στην Τερτσέτη, τα οποία πλέον αποτελούν θεμελιώδες ανάγνωσμα για την κατανόηση του ιστορικού πλαισίου του Αγώνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια